Friday, 20 November 2009

For Blondie: A posthimus goodbye

Πριν οκτώ περίπου χρόνια ένας μπαγάσας φίλος με ξεγέλασε. Με πήρε τηλέφωνο καθώς κατέβαινα από τη σκοπιά και μου είπε ότι θα ερχόταν σε δέκα λεπτά με μια έκπληξη.
Εκείνη την χρονική στιγμή στη ζωή μου ένιωθα μόνος, αποξενωμένος από τους συνάνθρωπους μου λόγο της βαρεμάρας του Στράτου. Δεν μου ταίριαζε το χακί, με έπνιγε και είχα ακόμα ένα χρονάκι και κάτι... ψιλά να υπηρετήσω.

Ο Ευαγόρας ήρθε στο φυλάκιο με ένα κουταβάκι κούκλα. Ήξερε καλά τι έκανε, γιατί ήταν στολισμένο και καθαρό, και η ξανθή του χαίτη γυάλιζε στον ήλιο. Μου είπε ότι το είχε βρει προ ημερών, άγριο και εγκαταλελημμένο στην πράσινη γραμμή, και με την πρώτη του έξοδο το πήρε σπίτι του. Ο τεράστιος του σκύλος προσπάθησε να το κάνει μια μπουκιά..

Εμείς είχαμε χάσει τον σκύλο μας μόλις μετά της τελευταίες μου σχολικές εξετάσεις. Η μητέρα μου ήταν άρρωστη τότε, ο πατέρας δούλευε πολύ σκληρά και εγώ δεν είχα κρατήσει την υπόσχεση να την φροντίζω. Μετά από αυτό ο πατέρας μου ορκίστηκε ότι δεν θα ξαναπαίρναμε σκυλάκι, και έστησε την πίσω μας αυλή σαν την δική του όαση καλοκαιρινής ξεκούρασης.

Με την πίεση του Ευαγόρα πήρα τηλέφωνο τη μητέρα μου και της εξήγησα για το σκυλάκι. Έδωσα και πάλι μια υπόσχεση που δεν έμελλε να την τηρήσω. Η μητέρα μου ήξερε ότι δεν θα μπορούσα να την κρατήσω αφού θα έφευγα για σπουδές στην Αγγλία, αλλά δεν μου είπε τίποτα. Μόλις κοίταξε το κουταβάκι, φρεσκοπλυμένο και περιποιημένο, το δεκτηκε αμέσως.

Τα χρόνια περνούσαν και εγώ έφυγα για σπουδές στην Αγγλία. Το κουταβάκι ονομάστηκε Blondie λόγο του χρώματος τον μαλλιών της και επειδή εκείνο το καιρό είχε ξανακυκλοφόρησε δίσκο η ομώνυμη τραγουδίστρια με ένα φοβερό καλοκαιρινό σουξεδακι. Το κουταβάκι δεν μεγάλωσε και πολύ. Παράμεινε λίγο τρελούτσικο, αφού ποτέ δεν έμαθε πως να συμπεριφέρεται στους ενήλικες. Όταν έπαιζες μαζί του σε δάγκωνε δυνατά και μετά δεν καταλάβαινε γιατί το μάλωνες. Η μητέρα με δυσκολία έβγαζε τα ρούχα για στέγνωμα με το σκυλάκι να τη γρατσουνάει στα πόδια από την χαρά του. Ιδιότροπο με το φαγητό του, το σκυλάκι έτρωγε μπούτι κοτόπουλο και χώριζε τον κιμά από το ρύζι στο πιάτο της. Εγώ το εγκατέληψα εντελώς. Όποτε ερχόμουνα πίσω από τις σπουδές μου ένιωθα ότι το παραμελούσα και δεν μου άρεσε. Προσπάθησα να την αγνοώ γιατί μου υπενθύμιζε η παρουσία της την άδεια υπόσχεση μου. Την Blondie δεν την πείραζε καθόλου. Με αναγνώριζε αμέσως και τρελαινότανε με από την χαρά της.

Το σκυλάκι είχε παρά πολύ αγάπη μέσα του και την έδινε απεριορίστως. Το ήξερε ότι ήτανε λίγο τρελό και στις σπάνιες στιγμές που την αφήναμε μέσα στο σπίτι προσπαθούσε ανεπιτυχώς να είναι φρόνιμη. Ο πατέρας μου δεν το πολυσυμπαθούσε γιατί έχασε και πάλι το καλοκαιρινό του καταφύγιο. Η αυλή γέμισε κόκκαλα και η Blondie δεν σε αφηνε στιγμή ήσυχο . Ποτέ δεν άλλαξε γνώμη για τον σκύλο, αλλά έκτισε μια ιδιαίτερη σχέση αγάπης μέσα από νυχτερινούς περίπατους. Ο σκύλος δεν τον ‘κάρφωσε’ ποτέ για την παράνομη (λόγω υγείας) σχέση με το γειτονικό φούρνο και τις κολοκοτές του. Η Blondie έδινε την περσότερη αγάπη στα παιδία. Πέρασε τα χειρότερα βασανιστήρια από την ανιψιά μου και χωρίς ποτέ να αντιδράσει.
Εγώ πάντα πίστευα ότι ήτανε πανέξυπνος σκύλος, αλλά η μητέρα μου και οι αδελφές μου διαφωνούσαν. Η αλήθεια είναι ότι έκανε ανόητα πράγματα. Έσκαβε κάτω από τον φράχτη και μετά ερχότανε και γάβγιζε να τις ανοίξουμε από την μπροστινή πόρτα. Εγώ καταλάβαινα το λόγο. Ήθελε να περάσει κι άλλη ώρα μαζί μας . Η αλήθεια είναι με την είσοδο δύο καταπληκτικών εγγονών η Blondie δεν έπαιρνε την σημασία που έπρεπε αν και ποτέ δεν έλειψαν οι περίπατοι από τον πατέρα μου και γκουρμέ φαγητό από τη μητέρα.

Έπρεπε να το είχαμε υποψιαστεί ότι κάτι δεν πήγαινε καλά όταν άρχισε να δέχεται να την ταΐζουμε σκυλοτροφή. Δεν περιμέναμε ότι το θετό μας σκυλάκι θα υπέφερε τον καρκίνο τόσο στωικά, σαν μια αληθινή Αποστολίδου. Την τελευταία φορά που την είδα της είπα αντίο, και με κοίταξε με συγχισμένα μάτια . Α ρε μπαγάσα Blondie.

3 comments:

ρίτσα said...

Μόνον τζιήνοι που έχουν σκύλο μπορούν να καταλάβουν πόσο μέρος της ζωής σου γίνεται

Alexander Apostolides said...

Euxaristo gia ta kala sas logia
Alexis

Nicos said...

Αν αγαπάς θ’ αγαπηθείς αν δεν αγαπάς δεν θ’ αγαπηθείς ποτέ κι αυτό κάποτε λόγο εγωισμού, σαν το χρόνο και σαν σε βράχο απόγνωσης αν χτυπήσεις απανωτού, εύχεσαι να γυρίσεις πίσω, στην πραγματικότητα που κάποτε προσπέρασες.

«Λυπάμαι που πέρασε ένας ποτάμι μέσα από τα χέρια μου χωρίς να πιω ούτε μια στάλα». (Γ. Σεφέρης).

Αν δεν κατακτήσεις την κορυφή που κείτεται μπροστά σου τότε δεν μπορείς να κατακτήσεις καμία.

Κάνε στην μπόρα υπομονή, στην ξαστεριά περπάτα.